Βαριές καταγγελίες για θεσμική εκτροπή και «φωτογραφικές» διατάξεις στο Οικογενειακό Δίκαιο – Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ παρομοιάζει τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη με το μοντέλο της Ουγγαρίας
Σε μια σφοδρή πολιτική αντεπίθεση προχώρησε ο Νίκος Ανδρουλάκης, θέτοντας ευθέως ζήτημα απομάκρυνσης του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής του παρέμβασης στο OPEN, εξαπέλυσε μύδρους κατά του υπουργικού στελέχους, καταλογίζοντάς του σειρά από ανεπίτρεπτες ανακολουθίες και συνειδητά ψεύδη αναφορικά με την επίμαχη ρύθμιση για τη συνεπιμέλεια, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.
Το «αγκάθι» της φωτογραφικής τροπολογίας
Ο Νίκος Ανδρουλάκης αποδόμησε το κυβερνητικό αφήγημα, υποστηρίζοντας πως ο υπουργός επιχείρησε να παραπλανήσει το σώμα της Βουλής και την κοινή γνώμη.
- Η ανύπαρκτη διάταξη: Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε πως η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν περιλαμβανόταν στον αρχικό κορμό του νομοσχεδίου, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του κ. Φλωρίδη.
- Κατά παραγγελία νομοθέτηση: Κατήγγειλε πως η κυβέρνηση νομοθετεί εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα, παρακάμπτοντας τις θεσμικές διαδικασίες και δημιουργώντας ένα περιβάλλον νομικής ανασφάλειας.
- Η ευθύνη του Μαξίμου: Ο κ. Ανδρουλάκης δεν περιορίστηκε στον υπουργό, αλλά έδειξε ως ενορχηστρωτή τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κατηγορώντας τον ότι δίνει εντολές για τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης.
«Ουγγαροποίηση» και ευρωπαϊκός προσανατολισμός
Η κριτική του Νίκου Ανδρουλάκη προσέλαβε ευρύτερα χαρακτηριστικά, καθώς συνέδεσε τη στάση του υπουργού με μια συνολική διολίσθηση της ποιότητας της δημοκρατίας στη χώρα.
«Προσομοιάζουμε της Ουγγαρίας. Δεν μας αξίζει αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως η Ελλάδα απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή κουλτούρα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Φλωρίδης φέρει βαρύ φορτίο για τη στάση του τόσο στην υπόθεση των Τεμπών όσο και στο ζήτημα των υποκλοπών, όπου, όπως είπε, «κρύβεται από τις ευθύνες του για ένα παρακράτος». Η απαίτηση για παραίτηση δεν αποτελεί απλώς μια αντιπολιτευτική κίνηση, αλλά μια προσπάθεια επαναφοράς της χώρας στον «κανονικό ευρωπαϊκό δρόμο», μακριά από πρακτικές που εκθέτουν διεθνώς τη χώρα.