Η εμμονή του Τραμπ με το πετρέλαιο και η ομολογία του για την «υφαρπαγή» των κοιτασμάτων αποκαλύπτουν τη βαθύτερη αγωνία της Ουάσιγκτον: την προστασία του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος απέναντι στην κινεζική και ρωσική διείσδυση
Στις 3 Ιανουαρίου 2026, η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, υπό την κωδική ονομασία «Operation Absolute Resolve», κατέληξε στην αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο και την de facto κατάληψη της χώρας. Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε στο Mar-a-Lago, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χρησιμοποίησε διπλωματικές περιστροφές. Ανέφερε τη λέξη «πετρέλαιο» δεκάδες φορές, δηλώνοντας κυνικά πως «θα διοικούμε τη χώρα μέχρι να γίνει μια σωστή μετάβαση» και πως οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα εισβάλουν με δισεκατομμύρια δολάρια για να «φτιάξουν τις κατεστραμμένες υποδομές» και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τα άμεσα κέρδη των κολοσσών της ενέργειας. Όπως επισημαίνει το ισπανικό μέσο El Salto, η επέμβαση αποτελεί μια βίαιη «διόρθωση» απέναντι στην προσπάθεια του Καράκας να αποσυνδεθεί από το δολάριο. Το σύστημα των πετροδολαρίων, που θεμελιώθηκε το 1974 από τον Χένρι Κίσινγκερ, επιβάλλει την τιμολόγηση του πετρελαίου αποκλειστικά σε δολάρια, εξαναγκάζοντας κάθε χώρα του πλανήτη να διατηρεί αποθέματα του αμερικανικού νομίσματος. Αυτή η «τεχνητή» ζήτηση επιτρέπει στις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν τα κολοσσιαία ελλείμματά τους και να ασκούν γεωπολιτική πίεση μέσω κυρώσεων και αποκλεισμών από το σύστημα SWIFT.
Η «κόκκινη γραμμή» της αποδολαριοποίησης και η Κίνα
Για την Ουάσιγκτον, η Βενεζουέλα είχε διαβεί την πιο επικίνδυνη «κόκκινη γραμμή»: την αμφισβήτηση του δολαρίου στην πράξη. Ο Γερμανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Βέρνερ υπογραμμίζει πως το Καράκας, υπό την πίεση των κυρώσεων, είχε μετατραπεί σε «εργαστήριο» αποδολαριοποίησης, διοχετεύοντας το 80% της παραγωγής του στην Κίνα με συναλλαγές σε γουάν. Αυτό το μοντέλο, αν και δεν αρκούσε για να γκρεμίσει το δολάριο, αποτελούσε ένα επικίνδυνο παράδειγμα για τις χώρες των BRICS+, οι οποίες αναζητούν εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών.
Η ιστορία δείχνει πως οι ΗΠΑ αντιδρούν με στρατιωτική ισχύ κάθε φορά που το πετροδολάριο απειλείται. Ο Βέρνερ υπενθυμίζει τις περιπτώσεις του Σαντάμ Χουσεΐν (στροφή στο ευρώ) και του Μουαμάρ Καντάφι (πρόταση για χρυσό δηνάριο), οι οποίοι βρέθηκαν στο στόχαστρο μόλις αμφισβήτησαν το δολάριο. Σήμερα, η Βενεζουέλα με τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο (300 δισ. βαρέλια), εντασσόμενη υπό αμερικανικό έλεγχο, λειτουργεί ως εγγύηση για τη διατήρηση του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος στην ενέργεια. Όπως σημειώνει ο κοινωνιολόγος Ανίμπαλ Γκαρθόν, η κινεζική στρατηγική στη Βενεζουέλα δέχεται ένα συντριπτικό πλήγμα, καθώς οι ΗΠΑ «παίρνουν πίσω» το πετρέλαιο που θεωρούν δικό τους, αποτρέποντας τη δημιουργία μιας εναλλακτικής παγκόσμιας τάξης βασισμένης στο γουάν και τους πόρους του Καράκας.