Η Ουάσιγκτον πιέζει τους ενεργειακούς κολοσσούς Chevron, ExxonMobil και ConocoPhillips για μια «αναγέννηση» των κοιτασμάτων, ενώ οι ειδικοί προειδοποιούν για μια δεκαετία απαιτητικών επενδύσεων προκειμένου να αναστηθούν οι διαλυμένες υποδομές του Καράκας
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να θέσει την πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας υπό αμερικανική «κηδεμονία» ανοίγει τον δρόμο για ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά εγχειρήματα της ιστορίας. Σύμφωνα με τον Φρανσίσκο Μονάλδι του Baker Institute, η αποκατάσταση της παραγωγής στα επίπεδα του 1970 (4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα από 1 εκατομμύριο σήμερα) απαιτεί κεφάλαια που ξεπερνούν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Η κυβέρνηση Τραμπ προγραμματίζει άμεσες συναντήσεις με κορυφαία στελέχη των Chevron, ExxonMobil και ConocoPhillips, προσδοκώντας ότι ο ιδιωτικός τομέας θα αναλάβει το βάρος της ανοικοδόμησης των υποδομών που «σάπισαν» από τη διαφθορά και την έλλειψη συντήρησης.
Ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, εμφανίστηκε βέβαιος για το «έντονο ενδιαφέρον» των εταιρειών, καθώς το βαρύ αργό της Βενεζουέλας είναι ιδανικό για τα διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού. Ωστόσο, οι εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικές. Η Chevron, η μόνη που διατηρεί παρουσία στη χώρα, επικεντρώνεται στην ασφάλεια των υπαλλήλων της, ενώ οι Exxon και ConocoPhillips –που αποχώρησαν το 2007 μετά τις κρατικοποιήσεις του Τσάβες– χαρακτηρίζουν «πρόωρη» κάθε συζήτηση για επενδύσεις. Η αγορά αντέδρασε με άνοδο των μετοχών (έως και 5% για τη Chevron), αλλά οι αναλυτές προειδοποιούν ότι χωρίς πολιτική σταθερότητα και ένα νέο θεσμικό πλαίσιο από την Εθνοσυνέλευση, τα δισεκατομμύρια δολάρια δεν θα «πέσουν» εύκολα σε μια χώρα που θεωρείται ακόμη ναρκοπέδιο κινδύνων.
Η «λογιστική» αξία των τρισεκατομμυρίων και τα γεωπολιτικά εμπόδια
Τα αποθέματα της Βενεζουέλας, τα μεγαλύτερα στον κόσμο με 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, έχουν μια θεωρητική αξία που ζαλίζει, αγγίζοντας τα 21 τρισεκατομμύρια δολάρια (με τιμή $70/βαρέλι). Όμως, η πραγματική τους αξία είναι εγκλωβισμένη κάτω από το χώμα. Η υλοποίηση του σχεδίου Τραμπ απαιτεί επενδύσεις $10 δισεκατομμυρίων ετησίως για την επόμενη δεκαετία, με την πρώτη φάση (2026-2028) να επικεντρώνεται στην «επείγουσα σταθεροποίηση» των αγωγών και των λιμανιών, όπου οι χρόνοι φόρτωσης των τάνκερ έχουν εκτοξευθεί από μία σε πέντε ημέρες λόγω απαξίωσης.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να χρησιμοποιεί τις αποζημιώσεις για τις παλαιές κρατικοποιήσεις ως «τυρί» για να προσελκύσει τις εταιρείες, υποσχόμενη ότι θα πάρουν πίσω τα χαμένα δισεκατομμύρια αν επενδύσουν τώρα στην ανοικοδόμηση. Ωστόσο, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βρίσκεται σε περίοδο υπερπροσφοράς, γεγονός που κάνει τους επενδυτές ακόμη πιο επιλεκτικούς. Η Βενεζουέλα του 2026 είναι μια χώρα με κατεστραμμένο δίκτυο, εγκαταλελειμμένες πλατφόρμες στην περιοχή του Ορινόκο και τεράστιες οικολογικές προκλήσεις. Η «αναγέννηση» που οραματίζεται ο Τραμπ δεν είναι μόνο ζήτημα στρατιωτικής ισχύος, αλλά ένας μαραθώνιος κεφαλαίων και τεχνικής επάρκειας που θα κρίνει αν ο «μαύρος χρυσός» του Καράκας θα ξαναγίνει το καύσιμο της παγκόσμιας οικονομίας ή θα παραμείνει ένας ανεκμετάλλευτος θησαυρός στα χαρτιά.