Δισεκατομμύρια δολάρια για την υφαρπαγή του μαύρου χρυσού υπό το πρόσχημα της «επισκευής υποδομών» – Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί το εμπάργκο για να στραγγαλίσει την οικονομία και να ανοίξει τον δρόμο στις πολυεθνικές μετά την απαγωγή Μαδούρο
Ο Ντόναλντ Τραμπ, με μια κυνική δήλωση αμέσως μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ, αποκάλυψε το πραγματικό κίνητρο της επέμβασης: τον απόλυτο έλεγχο του βενεζουελανό πετρελαίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα δώσει άδεια στις κορυφαίες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να μεταβούν στη χώρα, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τα τεράστια αποθέματα αργού, τα οποία το 2023 υπολογίζονταν από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας στα 303 δισεκατομμύρια βαρέλια (περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων). Παρά την είσοδο των πολυεθνικών, ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι «το εμπάργκο σε όλο το βενεζουελανό πετρέλαιο παραμένει πλήρως σε ισχύ», γεγονός που υποδηλώνει ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο των εσόδων, αποκλείοντας την όποια εγχώρια διοίκηση από τη διαχείριση του πλούτου.
Σύμφωνα με τον ένοικο του Λευκού Οίκου, οι αμερικανικές εταιρείες θα δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια για να επισκευάσουν τις υποδομές που έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από χρόνια κακοδιαχείρισης και κυρώσεων. Ωστόσο, η κίνηση αυτή αποτελεί την κορύφωση μιας στρατηγικής οικονομικής ασφυξίας που ξεκίνησε το 2017 και εντάθηκε το 2025, όταν ο Τραμπ έβαλε τέλος στις πετρελαϊκές άδειες για τις πολυεθνικές, με εξαίρεση τη Chevron, η οποία όμως δεν είχε δικαίωμα να καταβάλλει χρήματα στην τοπική εξουσία. Η στρατιωτική επιχείρηση της Παρασκευής, που οδήγησε στη σύλληψη και μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο σε αμερικανικό έδαφος, αποτελεί το τελικό στάδιο για τη βίαιη αναδιανομή του ενεργειακού πλούτου της χώρας.
Πολιτικοί στόχοι και οικονομικός στραγγαλισμός μέσω του πλήρους ναυτικού αποκλεισμού
Η κατηγορία του Τραμπ ότι ο Μαδούρο ηγείται δικτύου λαθρεμπορίου ναρκωτικών, την οποία ο ενδιαφερόμενος διαψεύδει καταγγέλλοντας σχέδιο αρπαγής του πετρελαίου, λειτουργεί ως το ηθικό περιτύλιγμα μιας καθαρά επεκτατικής ενέργειας. Ενώ η παραγωγή της Βενεζουέλας έχει κατακρημνιστεί από τα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε λιγότερο από ένα εκατομμύριο σήμερα, η αξία της για τις ΗΠΑ παραμένει τεράστια. Τα διυλιστήρια στον κόλπο του Μεξικού είναι ειδικά κατασκευασμένα για την επεξεργασία του χαμηλής ποιότητας βενεζουελανό αργού, το οποίο μετατρέπεται σε ντίζελ και άσφαλτο, καθιστώντας τις αμερικανικές εταιρείες τους μόνους πραγματικούς «πελάτες» που μπορούν να το αξιοποιήσουν κερδοφόρα.
Η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει «πλήρη αποκλεισμό» στα πετρελαιοφόρα που προσεγγίζουν ή αναχωρούν από τη Βενεζουέλα, αναγκάζοντας το Καράκας να διαθέτει το προϊόν του στη μαύρη αγορά με τεράστιες εκπτώσεις, κυρίως προς την Ασία. Αναλυτές όπως ο Στίβεν Σορκ επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πραγματική ανάγκη το πετρέλαιο αυτό για την ενεργειακή τους επάρκεια, αλλά το διεκδικούν για «πολιτικούς» λόγους, επιδιώκοντας να εξαλείψουν κάθε εστία αποδολαριοποίησης στην περιοχή. Η παράδοση των κοιτασμάτων στις αμερικανικές εταιρείες, ενώ ο λαός της Βενεζουέλας παραμένει υπό το καθεστώς του εμπάργκο, επιβεβαιώνει ότι η επέμβαση αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση μιας αποικιακής οικονομικής σχέσης όπου ο πλούτος της χώρας θα ρέει απευθείας προς τα αμερικανικά συμφέροντα.