Η ExxonMobil σέρνει τον χορό της δυσπιστίας απέναντι στις πιέσεις του Λευκού Όικου για επενδύσεις 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων – «Μη επενδύσιμη» η χώρα χωρίς θεσμικές εγγυήσεις, διεμήνυσε ο Ντάρεν Γουντς στον Αμερικανό πρόεδρο
Παρά την έντονη επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ για μια κεραυνοβόλα επιστροφή των αμερικανικών εταιρειών στη Βενεζουέλα, ο ενεργειακός κλάδος εμφανίζεται θωρακισμένος με ισχυρές επιφυλάξεις. Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο, έστειλε ένα σκληρό μήνυμα, χαρακτηρίζοντας τη χώρα «μη επενδύσιμη» υπό το παρόν νομικό καθεστώς. Ο Γουντς υπενθύμισε στον Πρόεδρο ότι η εταιρεία του έχει υποστεί δύο φορές κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων στο παρελθόν, καθιστώντας σαφές ότι χωρίς δραστικές αλλαγές στη νομοθεσία των υδρογονανθράκων και ακλόνητες εγγυήσεις προστασίας, η ExxonMobil δεν πρόκειται να ρισκάρει νέα κεφάλαια. Η στάση αυτή αποτελεί ηχηρό «χαστούκι» στον σχεδιασμό του Τραμπ, ο οποίος προσδοκά σε επενδύσεις τουλάχιστον 100 δισ. δολαρίων για την επανεκκίνηση της παραγωγής και τη μείωση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ.
Το τελεσίγραφο Τραμπ και οι «πρόθυμοι» παίκτες της αγοράς
Ο Αμερικανός πρόεδρος, εμφανώς ενοχλημένος από τις καθυστερήσεις, ξεκαθάρισε στους επικεφαλής των κολοσσών ότι ο ίδιος θα έχει τον τελευταίο λόγο για το ποιες εταιρείες θα λάβουν άδεια δραστηριοποίησης, απειλώντας εμμέσως πως αν εκείνοι διστάσουν, υπάρχουν άλλοι «πρόθυμοι» παίκτες να καλύψουν το κενό. Μάλιστα, ο Τραμπ ήταν κατηγορηματικός στο θέμα των αποζημιώσεων, δηλώνοντας ότι οι εταιρείες που έχασαν περιουσιακά στοιχεία στο παρελθόν δεν θα πρέπει να αναμένουν καμία αποζημίωση, ενώ απέκλεισε και κάθε ενδεχόμενο κρατικής χρηματοδότησης. Παρά τις νομικές εγγυήσεις που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον, κατέστησε σαφές ότι οικονομικά «δίχτυα» προστασίας δεν θα υπάρξουν, αναγκάζοντας τους επενδυτές να αναλάβουν το πλήρες επιχειρηματικό ρίσκο σε ένα περιβάλλον που παραμένει θεσμικά ασταθές.
Chevron, Shell και Eni: Ανάπτυξη υπό την αίρεση των κυρώσεων
Στον αντίποδα της ExxonMobil, άλλες εταιρείες εμφανίζονται πιο διαλλακτικές, θέτοντας όμως αυστηρούς όρους. Η Chevron εκτίμησε ότι μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της κατά 50% μέσα σε 18 έως 24 μήνες, ενώ ο επικεφαλής της Shell, Γουάελ Σαουάν, έθεσε ως προϋπόθεση τη χορήγηση συγκεκριμένων εξαιρέσεων από τις αμερικανικές κυρώσεις. Η ιταλική Eni, διαθέτοντας αποθέματα 4 δισ. βαρελιών στη χώρα, δηλώνει έτοιμη για ενίσχυση επενδύσεων, όπως και η ισπανική Repsol, η οποία βλέπει δυνατότητα τριπλασιασμού της παραγωγής της. Παρά το γεγονός ότι ο Χάρολντ Χαμ της Continental Resources χαρακτήρισε τα αποθέματα της Βενεζουέλας ως «πραγματικό κόσμημα», η αποστολή τεχνικών ομάδων για αξιολόγηση τις επόμενες εβδομάδες αποτελεί την τελευταία γραμμή άμυνας των εταιρειών πριν από οποιαδήποτε δέσμευση.